«Η Ελλάδα Δεν Αλλάζει!»


 Τοποθέτηση του Ι.Κ.Ε. 

Δημήτρης Μπάτσης 

στη Συζήτηση Στρογγυλού Τραπεζιού 

του Συλλόγου 

Ελλήνων Περιφερειολόγων

«Η Ελλάδα Δεν Αλλάζει!» Τοποθέτηση του Ι.Κ.Ε. Δημήτρης Μπάτσης στη Συζήτηση Στρογγυλού Τραπεζιού του Συλλόγου Ελλήνων Περιφερειολόγων
Τοποθέτηση του Ι.Κ.Ε. Δημήτρης Μπάτσης στη Συζήτηση Στρογγυλού Τραπεζιού του Συλλόγου Ελλήνων Περιφερειολόγων: «Η Ελλάδα Δεν Αλλάζει!», Αθήνα 20 Δεκεμβρίου 2016, Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας
Εισηγητής: Κώστας Παπουλής
Μέλος του ΔΣ του Ι.Κ.Ε. Μπάτσης [1]
  1. 1.Δυστυχώς, και αντίθετα με τον τίτλο της συζήτησης, η Ελλάδα έχει ήδη αλλάξει. Η μείωση του ΑΕΠ είναι στο 25%, η ανεργία βρίσκεται στο 30%, ενώ αν δεν υπήρχε η μετανάστευση, η πρόωρη συνταξιοδότηση, και η αύξηση της υποαπασχόλησης [2] θα είχαμε σπάσει τα ρεκόρ της Ν. Αφρικής, και το 40% και πλέον ανεργία. Τα εργατικά δικαιώματα σαρώνονται, οι εργασιακές σχέσεις αποδιαρθρώνονται, ενώ το αναιμικό κοινωνικό κράτος διαλύεται. Η μετανάστευση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και επιστημόνων οδηγεί σταθερά σε μία οικονομία όλο και χαμηλότερης παραγωγικότητας, άρα και χαμηλών μισθών. Η Ελλάδα αλλάζει, σύμφωνα με το μοντέλο που επιβλήθηκε, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, στις «ανατολικές» χώρες.

  • 2.Η ύφεση πλήττει τις οικονομίες κλίμακας των ελληνικών επιχειρήσεων, και σε συνδυασμό με τους φόρους και τα υψηλά επιτόκια δανεισμού, ο ιδιωτικός τομέας σαρώνεται. Το έλλειμμα διεθνούς ανταγωνιστικότητας διευρύνεται. Η Ελλάδα θα αλλάξει και άλλο προς αυτή την κατεύθυνση, όσο ακολουθείται η εφαρμοζόμενη πολιτική παραμονής μας στην Ευρωζώνη (ΕΖ) και ευρύτερα στις «ευρωπαϊκές» συντεταγμένες, μετατρεπόμενη σε μόνιμα παρηκμασμένη και αποψιλωμένη περιφέρεια της ΕΖ-ΕΕ, με «οάσεις» τύπου Μαϊάμι, λόγω τουρισμού.
  • 3.Όπως μας διδάσκει η οικονομική επιστήμη, κάθε εθνική οικονομία αποτελείται από τρεις διακριτούς τομείς, ήτοι τον Ιδιωτικό (νοικοκυριά και επιχειρήσεις), το Δημόσιο και τον Εξωτερικό. Επίσης, σύμφωνα με τις συμβολές του Μ. Kalecki και του J. M. Keynes, για να βγει μία οικονομία από την κρίση (και η ελληνική κρίση είναι ιστορικά η πιο οξεία, τόσο σε όρους χρονικής διάρκειας, όσο και σε όρους ύφεσης, ανεργίας, παραγωγικής αποδιάρθρωσης, η οποία έχει εκδηλωθεί μεταπολεμικά σε εθνικό κοινωνικό μετασχηματισμό με μέσο ή υψηλό επίπεδο κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης), η αναγκαία συνθήκη συνίσταται στο να λειτουργήσει – τουλάχιστον – ένας εξ αυτών των τριών τομέων ως «ατμομηχανή», δηλαδή να καθοδηγήσει την τόνωση της συνολικής ενεργού ζητήσεως. Τέλος, αυτή η τόνωση επιτυγχάνεται μέσω δημοσιονομικών, νομισματικών, συναλλαγματικών, εμπορικών και διαρθρωτικών πολιτικών. Ωστόσο, αυτοί οι μοχλοί οικονομικής πολιτικής-τόνωσης της ζήτησης, έχουν πλήρως αδρανοποιηθεί εξ αιτίας της συμμετοχής της χώρας στην ΟΝΕ.
  • 4.Ειδικότερα, ο επιχειρηματικός τομέας έχει, όπως ήδη ειπώθηκε, σαρωθεί. Ο δημόσιος τομέας έχει χρεοκοπήσει. Τέλος, ο εξωτερικός τομέας δεν ανταποκρίνεται στην διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης, η οποία οδηγεί (όποτε και εάν οδηγεί) σε βραδεία ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, αντίθετα από την εξωτερική, η οποία οδηγεί άμεσα σε ταχεία αύξηση αυτής. Περαιτέρω, η ελληνική οικονομία, χρησιμοποιεί ένα από τα πιο «σκληρά» νομίσματα του κόσμου, δηλαδή το ευρώ, για να ανταγωνισθεί με τις υπόλοιπες οικονομίες, ενώ, εντός ΕΖ, ανταγωνίζεται απολύτως ελεύθερα (χωρίς οικονομικούς και κοινωνικούς περιορισμούς) με πολύ πιο προηγμένες οικονομίες από την ίδια. Τέλος, μία οικονομία, σε όση λιτότητα και εάν εξαναγκαστεί, δεν δύναται να στηριχτεί μόνο σε Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ). Δεν υπάρχει κανένα τέτοιο ιστορικό παράδειγμα χώρας. Αντιθέτως, μάλιστα, οι ΑΞΕ είναι καταρχήν επιβλαβείς για την Ελλάδα, διότι δεν πρόκειται (και θα πρόκειται) για επενδύσεις εξαγοράς δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων ή υποδομών, μειώνοντας μεσοχρονίως-μακροχρονίως τα έσοδα του δημοσίου τομέα και αποστραγγίζοντας περαιτέρω την οικονομία, δια της ελεύθερης (ελέω και «Μάαστριχτ»!) εξαγωγής κερδών στο εξωτερικό. Και δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι: Πρώτον, ακόμα και κατά τα «χρυσά χρόνια» του ευρώ, οι ΑΞΕ συνέβαλαν κατά λιγότερο από 0.5% στη χρηματοδότηση του ελλείματος του ελληνικού Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών. Δεύτερον, οι μεγαλύτερες από αυτές τις επενδύσεις ήταν τύπου εξαγοράς ελληνικών μονάδων παραγωγής υπηρεσιών. Τρίτον, ούτε ο Μαρκεζίνης, πριν και μετά την – κατά τα λοιπά – επιτυχημένη εξωτερική υποτίμηση του 1953, και παρά τα συσταλτικά μέτρα οικονομικής πολιτικής που εφαρμόστηκαν, μπόρεσε να προσελκύσει σημαντικές ΑΞΕ.
  • 5.Και από την πλευρά μας, δηλαδή του «Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών Δημήτρης Μπάτσης», θεωρούμε ότι η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει άρδην, αλλά προς άλλη κατεύθυνση και όρους. Συνεπώς, το πρωτεύον ζήτημα είναι: Προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να είναι οι αλλαγές; Προς αυτήν που ορίζουν τα συμφέροντα άλλων ή προς εκείνη που ορίζουν τα γενικά συμφέροντα του εργαζόμενου ελληνικού λαού;
  • 6.Από τις μελέτες μας για την ελληνική οικονομία, έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παρούσα κρίση είναι κυρίως αποτέλεσμα της συμμετοχής της χώρας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και ιδιαίτερα στην ΟΝΕ και στην ΕΖ. Η εν λόγω συμμετοχή είναι, με άλλα λόγια, ο «παράγοντας σταθερής επενέργειας» που βρίσκεται πίσω από την παρούσα κρίση. Η χώρα πληρώνει την ευρωπαϊκή πόλωση (και όχι ολοκλήρωση!), την οποία δημιουργεί, τελικά και αναπόφευκτα, η σχέση «κέντρου-περιφέρειας» (για να το εκφράσουμε εν συντομία). Ήδη, από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο GunnarMyrdalείχε υποδείξει τη διαδικασία «κυκλικής και σωρευτικής αιτιότητας», την οποία ενεργοποιεί η προαναφερθείσα σχέση, ενώ στο μακρινό έτος 1962, ο Η. Ηλιού είχε χαρακτηρίσει, προσφέροντας αρκετά οικονομολογικά και πολιτικά επιχειρήματα, την είσοδο της πατρίδας μας στην ΕΟΚ ως είσοδο στο «Λάκκο των Λεόντων». Τέλος, ήταν σαφές, σύμφωνα μάλιστα και βάσει της κυρίαρχης οικονομικής επιστήμης, δηλαδή της «Θεωρίας των Άριστων Νομισματικών Περιοχών» (R. A. Mundell), ότι το κόστος της ΟΝΕ θα ήταν πρωτοφανές για την Ελλάδα (και, γενικά, για τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες και περιφέρειες χωρών). 36 χρόνια μετά την ένταξη στην ΕΟΚ, το κατακεφαλήν εισόδημα στην πατρίδα μας βρίσκεται, σε σταθερές τιμές ευρώ, στα επίπεδα εκείνου του έτους 1980!
  • 7.Πρέπει, λοιπόν, να θεωρείται δεδομένο και μη-συζητήσιμο ότι η Ελλάδα έχει απόλυτη ανάγκη να ανακτήσει όσους περισσότερους μοχλούς οικονομικής πολιτικής μπορεί, προκειμένου να εξέλθει από την κρίση, δηλαδή, τους μοχλούς της δημοσιονομικής, νομισματικής, συναλλαγματικής, εμπορικής, βιομηχανικής και, τέλος, αγροτικής πολιτικής. Επειδή η συζήτησή μας διεξάγεται στο ΤΕΕ, ας το διατυπώσουμε, τελικά, ως εξής: Εντός-Ευρώ είναι τόσο πιθανόν να ανακάμψει η χώρα, όσο πιθανό είναι να αντέξει ένας πρόβολος-μπαλκόνι σε μεγάλο φορτίο, όταν του έχεις τοποθετήσει κάτω τον οπλισμό, δηλαδή ανάποδα. Ωστόσο, για να είμαστε οικονομολογικά σαφείς, εκτιμούμε, βάσει μελετών μας, ότι, για να έρθει η ανεργία κοντά στο 10%, όπου ήταν πριν την κρίση, απαιτείται ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας κοντά στο 5.4% για μια πενταετία και δημιουργία περίπου 181.000 θέσεων εργασίας ανά έτος. Για να αρχίσει να μειώνεται, έστω ελάχιστα, η μη-αλχημιστικά μειούμενη ανεργία απαιτείται ρυθμός ανάπτυξης της τάξης του 2%-2.5%. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι, ακόμη και εάν επιβεβαιωθούν οι επίσημες προβλέψεις περί ανάπτυξης της τάξης του 2.5% με 3%, για την επόμενη τριετία (προβλέψεις που δεν στηρίζονται, βεβαίως, πουθενά από πλευράς οικονομικής λογικής και μετρήσεων), ελάχιστα θα βελτιωθεί η κατάσταση στην αγορά εργασίας [3]. Από τις υπόλοιπες μελέτες μας, συμπεραίνουμε ότι προαπαιτούνται τα εξής:

    • Έξοδος από τα «Μνημόνια» και την ΕΖ, με πυλώνα ένα εθνικοποιημένο τραπεζικό σύστημα και μια νέα, Δημόσια Τράπεζα της Ελλάδας, ώστε να εξυγιανθούν οι τράπεζες με δημόσιες εγγυήσεις και να παίξουν ρόλο χρηματοδότη στοχευόμενων επενδύσεων και αναπτυξιακών πολιτικών.
    • Νομισματική υποτίμηση για την άμεση ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, την τόνωση της ενεργού ζητήσεως, τη μετατόπιση της ζήτησης προς εγχώρια αγαθά και την υποκατάσταση των εισαγωγών από τις εξαγωγές. Με βάση (i) την ελαστικότητα των ελληνικών τιμών στην ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία, και (ii) τις τιμιακές ελαστικότητες των εισαγωγών-εξαγωγών της ελληνικής οικονομίας, έχουμε εκτιμήσει ότι μια υποτίμηση της τάξης του 30%-50% οδηγεί, έπειτα από την παρέλευση διαστήματος της τάξης των 12 μηνών («φαινόμενο καμπύλης-J»+ιδιαίτερες συνθήκες νομισματικής αλλαγής), σε μια αύξηση του ΑΕΠ κατά 4% με 7%, αντιστοίχως, διότι η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας θα αυξηθεί κατά 23% με 37%. Επίσης, η εν λόγω διόρθωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι απαραίτητος όρος για τη δημιουργία θετικής καθαρής εθνικής αποταμίευσης, η οποία είναι, με τη σειρά, αναγκαίος όρος για τη διενέργεια θετικών καθαρών επενδύσεων, αφού ο αγωγός του εξωτερικού δανεισμού είναι κλειστός για την ελληνική οικονομία. Και πρέπει να τονιστεί, σε αυτό το σημείο, ότι η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα της ΕΖ, η οποία είχε, κατά μήκος όλης της πρώτης δεκαετία ύπαρξης του κοινού νομίσματος, αρνητική καθαρή εθνική αποταμίευση. Αντιθέτως, από το έτος 1960 έως την είσοδο στην ΟΝΕ, αυτό το μέγεθος ήταν πάντοτε θετικό.
    • Ανάκτηση του εκδοτικού προνομίου της Τράπεζας της Ελλάδος, ώστε να χρηματοδοτηθούν δημόσιες δαπάνες συγκεκριμένης κατεύθυνσης, δηλαδή για συγκεκριμένους «κλάδους-κλειδιά», σύμφωνα με: (i) τους πιο υψηλούς κλαδικούς πολλαπλασιαστές εγχώριας απασχόλησης και προϊόντων, και (ii) τους πιο χαμηλούς κλαδικούς πολλαπλασιαστές εισαγωγών. Και τέτοια χαρτογράφηση, δηλαδή για το ποιοι είναι οι «κλάδοι-κλειδιά» (αλλά και οι «κλάδοι-αντί-κλειδιά») της ελληνικής οικονομίας, έχουμε κάνει. Μάλιστα, ήδη τον Σεπτέμβριο του 2011, ο Πρόεδρος του Ι.Κ.Ε. Μπάτσης Καθηγητής Θεόδωρος Μαριόλης είχε ανακοινώσει [4] ότι – συνεπεία της μετά το έτος 2010 εφαρμοζόμενης συσταλτικής πολιτικής – η συνολική διαχρονική ύφεση της ελληνικής οικονομίας θα είναι στα επίπεδα του 29%, γιατί οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα έχουν υψηλό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα και, συγκεκριμένα, ο πολλαπλασιαστής προϊόντος τους είναι της τάξης του 1.71. Ο πολλαπλασιαστής προϊόντος των δημοσίων δαπανών, ο οποίος είναι κατά κανόνα μεγαλύτερος του 1.0 και όχι – όπως μας έλεγαν οι ιεροφάντες του Δ.Ν.Τ. – 0.5, και στην Ελλάδα αρκετά υψηλός, θα λειτουργήσει, φυσικά, και προς την επιθυμητή κατεύθυνση, όταν λάβει χώρα λελογισμένη αντιστροφή της οικονομικής πολιτικής, μετά (και μόνο μετά) την έξοδο από την ΕΖ. Δηλαδή, μία στοχευμένη επεκτατική πολιτική θα συμβάλλει σημαντικά στην ανάκαμψη, ιδίως όταν η υποαπασχόληση κεφαλαίου και εργασίας είναι, όπως πράγματι είναι στην Ελλάδα, πρωτόγνωρη.
    • Σύμφωνα με το γνωστό ως «Ασύμβατο Τρίγωνο του R.A. Mundell, ή Τρίλημμα  της Ανοικτής Οικονομίας», μπορούν να συνυπάρξουν μόνο δύο από τους ακολούθους τρεις όρους: (i) Σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία, (ii) Πλήρης ελευθερία στη διεθνική κίνηση χρηματικών κεφαλαίων, (iii) Εθνικά ανεξάρτητη νομισματική πολιτική. Συνεπώς, οι ελληνικές οικονομικές αρχές θα πρέπει να επιβάλλουν φραγμούς στην ελεύθερη διεθνική κίνηση χρηματικών κεφαλαίων. Το πρόσφατο πετυχημένο παράδειγμα της Ισλανδίας (και παλαιότερα, 1997-8, της Μαλαισίας) πρέπει να μελετηθεί ιδιαίτερα.
    • Το ως άνω μείγμα επεκτατικής, νομισματικής και δημοσιονομικής, πολιτικής σε συνδυασμό με τη νομισματική υποτίμηση, μπορεί να οδηγήσει βραχυχρόνια στους ρυθμούς μεγέθυνσης που απαιτούνται για να μειωθεί η ανεργία, ιδίως αν στοχεύσουμε σύμφωνα με τους κλαδικούς πολλαπλασιαστές ζήτησης. Από την έρευνά μας, όμως, διαπιστώνουμε ότι η μεγάλη «μαύρη τρύπα» της ελληνικής οικονομίας είναι η Βιομηχανία. Ο βιομηχανικός τομέας της είναι ο αδύναμος κρίκος σε όρους πολλαπλασιαστών προϊόντος, απασχόλησης και εισαγωγών. Μάλιστα, όχι μόνο είναι ο πιο εξαρτημένος τομέας από εισαγόμενες εισροές, αλλά το εύρος της εξάρτησής του καθορίζει σε σημαντικό βαθμό το σύνολο της οικονομίας. Συνεπώς, μεσχρόνια είναι απολύτως απαραίτητη η άσκηση βιομηχανικής πολιτικής, που θα οδηγήσει σε δομική μεταβολή της παραγωγικής βάσης του συστήματος. Ο κύριος μοχλός πρέπει να είναι η υποκατάσταση εισαγωγών στους κλάδους εκείνους που εμφανίζουν υψηλό εμπορικό έλλειμμα και συγκριτικό μειονέκτημα και η ανάπτυξη της παραγωγής εμπορευμάτων υψηλής εισοδηματικής ελαστικότητας ζήτησης. Αυτό συνεπάγεται ότι θα πρέπει να ανακτηθούν μέσα προστατευτισμού, δασμολογικά και μη δασμολογικά (επιδοτήσεις εξαγωγών, αξίωση ελαχίστου εγχώριου μεριδίου παραγωγής, ποσοστώσεις εισαγωγών, προμήθειες Δημοσίου). Το εάν η χώρα θα επιλέξει, σε βάθος χρόνου, να παραμείνει στον «Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο» (Ε.Ο.Χ.), όπως η Ισλανδία και η Νορβηγία, θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ικανοποίησης των ελληνικών όρων όσον αφορά στη βιομηχανική, εμπορική – αλλά – και αγροτική πολιτική.
    1. 8.Για να κλείσω, εμείς δεν λέμε «να απομονωθούμε», αλλά υποστηρίζουμε, μέσω συγκεκριμένων μελετών και, κυρίως, εμπειρικών ποσοτικών ευρημάτων, ότι όντως υπάρχει δι-έξοδος, ότι υπάρχει ηλιοφάνεια έξω από τη «Ζώνη της Θύελλας», τη ζώνη της υπερ-παγκοσμιοποίησης, δηλαδή την ΕΕ και τον σκληρό πυρήνα της, την ΕΖ, όπου η πατρίδα μας και ο λαός της δεν μπορούν να επιβιώσουν. Υποστηρίζουμε την ανάγκη αλλά και τη δυνατότητα άσκησης μίας Νέας Οικονομικής Πολιτικής. Όπως περίπου θα έλεγε και ο Καθηγητής D. Rodrik, δεν είναι απαραίτητο να σφραγίσεις τα παράθυρα της οικονομίας στην παγκοσμιοποίηση για να γλυτώσεις από την θανατηφόρα ελονοσία που φέρνει μαζί της. Απλώς, η Τυπική, έστω, Λογική λέει ότι κάθε μία όχι ισχυρή-όχι διεθνώς ανταγωνιστική οικονομία, όπως (και) η ελληνική, υποχρεούται να βάλει σήτες και, εν συνεχεία, να κοιτάξει να αναδομηθεί, στηριζόμενη στις δυνατές πλευρές της παραγωγικής βάσης της, αναπτύσσοντας νέες πλευρές και, τέλος, αμβλύνοντας τις αρνητικές πλευρές της. Αποτελεί μεγάλο μύθο, με εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες, ιδίως για τις χώρες μέσου και χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης, ότι το έθνος-κράτος δεν μπορεί να οργανώσει την ανάπτυξη, «και ας κάνουν οι όποιες συζητήσεις περί ενίσχυσης του έθνους-κράτους πολλούς σεβαστούς διανοητές να τρέχουν, λες και κάποιος πρότεινε να ξαναζήσουμε την Μαύρη Πανώλη. Η έννοια του έθνους-κράτους μπορεί να αποτελεί ένα κειμήλιο που μας κληροδότησε η Γαλλική Επανάσταση, αλλά μέχρι στιγμής είναι ό,τι καλύτερο διαθέτουμε.» (Rodrik).

    Δεν υπάρχουν σχόλια: